κεράννυμι


κεράννυμι
смешиваю

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "κεράννυμι" в других словарях:

  • κεράννυμι — (ΑΜ, Α και κεραννύω, επικ. τ. κεραίω και κερῷ, άω) 1. αναμιγνύω υγρά, συνήθως κρασί με νερό, για να μετριάσω στο κράμα τη δύναμη οινοπνευματώδους ποτού (α. «κύλικος ἴσον κεκραμένης», Αριστοφ. β. «οἴνῳ καὶ μέλιτι κεράσαντα τὴν κρήνην, ἀφ ἧς ἔπινον …   Dictionary of Greek

  • κεράννυμι — κεράννῡμι , κεράννυμι mix pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεραννύῃ — κεράννυμι mix pres subj mp 2nd sg κεράννυμι mix pres subj act 3rd sg κεράννυμι mix pres subj mp 2nd sg κεράννυμι mix pres ind mp 2nd sg κεράννυμι mix pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεκερασμένα — κεράννυμι mix perf part mp neut nom/voc/acc pl κεκερασμένᾱ , κεράννυμι mix perf part mp fem nom/voc/acc dual κεκερασμένᾱ , κεράννυμι mix perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεκραμένα — κεράννυμι mix perf part mp neut nom/voc/acc pl κεκραμένᾱ , κεράννυμι mix perf part mp fem nom/voc/acc dual κεκραμένᾱ , κεράννυμι mix perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεραννύω — κεράννυμι mix pres subj act 1st sg κεράννυμι mix pres subj act 1st sg κεράννυμι mix pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεράσει — κεράννυμι mix aor subj act 3rd sg (epic) κεράννυμι mix fut ind mid 2nd sg κεράννυμι mix fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεράσουσι — κεράννυμι mix aor subj act 3rd pl (epic) κεράννυμι mix fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) κεράννυμι mix fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεράσω — κεράννυμι mix aor subj act 1st sg κεράννυμι mix aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) κεράννυμι mix fut ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεράσῃ — κεράννυμι mix aor subj mid 2nd sg κεράννυμι mix aor subj act 3rd sg κεράννυμι mix fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεκερασμέναι — κεράννυμι mix perf part mp fem nom/voc pl κεκερασμένᾱͅ , κεράννυμι mix perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)